ἑκατονταπλασίων

ἑκᾰτοντα-πλᾰσίων, ον, gen. ονος,
A a hundred times as much or many, c. gen., X.Oec.2.3 : without gen., a hundredfold, LXX 2 Ki.24.8;

καρπός Ev.Luc.8.8

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑκατονταπλασίων — ἑκατονταπλάσιος masc/fem/neut gen pl ἑκατονταπλασίων a hundred times as much masc/fem nom comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατονταπλασίον — ἑκατονταπλασίων a hundred times as much masc/fem voc comp sg ἑκατονταπλασίων a hundred times as much neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατονταπλασίονα — ἑκατονταπλασίων a hundred times as much neut nom/voc/acc comp pl ἑκατονταπλασίων a hundred times as much masc/fem acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατονταπλασιόνων — ἑκατονταπλασίων a hundred times as much gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατονταπλασίονας — ἑκατονταπλασίων a hundred times as much masc/fem acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατονταπλασίω — ἑκατονταπλάσιος masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἑκατονταπλάσιος masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) ἑκατονταπλασίων a hundred times as much neut acc comp pl ἑκατονταπλασίων a hundred times as much neut nom comp pl ἑκατονταπλασίων a hundred times… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • сторица — [обычно в выражении: сторицей (получить, воздать)], др. русск., ст. слав. съторица ἑκατονταπλασίων (Мар., Зогр.). Образовано от сто (см.); ср. Дильс, Aksl. Gr. 220 и сл.; Бругман, Grdr. 2, 2, 77. Относительно форманта ср. лит. šimteriopas ста… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • μυριονταπλασίων — μυριονταπλασίων, ον (Α) 1. μυριονταπλάσιος*, δέκα χιλιάδες φορές μεγαλύτερος από κάποιον 2. ασύγκριτα μεγαλύτερος από κάποιον. επίρρ... μυριονταπλασίως (Α) μυριοπλασίως*. [ΕΤΥΜΟΛ. < μυριονταπλάσιος + κατάλ. ίων (πρβλ. εκατονταπλασίων)] …   Dictionary of Greek

  • μυριοπλασίων — μυριοπλασίων, ον (ΑΜ) ο άπειρες φορές περισσότερος ή μεγαλύτερος από κάποιον αρχ. αυτός που είναι δέκα χιλιάδες φορές τόσος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μυριοπλάσιος + κατάλ. ίων (πρβλ. εκατονταπλασίων)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.